Είστε εδώ

Ιστορικά τραγούδια

Ιστορικά είναι τα τραγούδια που αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα:

 

Πέρα σι κείνου του βουνί, πέρα σι κείν' τη ράχη, Χατζηγιαννάκη μου,

καπνός κι αντάρα έβγινι, καπνός κι αντάρα βγαίνει

Κουνιαρουχώρια και γουντί οι Χριστιανοί τα καίνι,

Κουνιαρουπούλις φώναζαν, μαζί μι τους Κουνιάρους.

Πιδιά δεν είστι Χριστιανοί κι λαδουβαφτισμένοι,

Ιμείς αντάμα ζήσαμι, αντάμα τρανιψάμι.

(Περιοχή Ολύμπου 1822)

-------------------

ο Τύρναβος κι η Ραψανιά αντάμα σμυθεριάζουν

εννιά χιλάδες πέθαναν κι ακόμα μον πεθαίνουν,

κλαίουν οι μάνες για παιδιά γυναίκες για τους άντρες

κλαίει και μία παπαδιά με πέντε νυφοπούλες

στο παραμύθι κάθονταν στις στράτες αγναντεύει

την πήρε το παράπονο κι αρχίνησε να κλαίει

κι αρχίνησε να τραγουδά κι αρχίνησε να λέει

"Βρυσούλες Τυρναβιώτισσες και σεις κοντές ραχούλες

ποια θα ρθεί να πάρι νερό να το πιουμε το βράδυ

ν’ όλες οι νύφες πέθαναν κι όλα τα παλικάρια".

 

Στην εκτέλεση των δέκα παλικαριών στις 19 Ιανουαρίου 1944, στη θέση Μελίσσι, από τους Γερμανούς αναφέρονται και τα παρακάτω τραγούδια.

Το πρώτο τραγούδι είναι του Αντώνη Γ. Μήτσιου:

Ιψές είδα στου όνειρου στ΄ Λιφτουκαρυά εβγήκα

Να μάσουν τα λιφτόκαρα πήρα κι δεν βρήκα

Κι γύρισα κατηφούρα, κι γυρ’σα κατ΄ τα Πνάκα

Κι ακούω κλάματα φουνές Μιλίσσι – Αλουνάκια

Σαρανταπρου΄νη υπόθιση δική μας ιστουρία

Που είνι μι τους Γιρμανούς μιτά του σαραντατρία

Κλαίνι μανούλις για πιδιά, γυναίκις για τους άντρις

Κλαίνι, πιδάκια ουρφανά κλαίνι του Πατιράδες.

 

πηγή: Συλλογή Απ.Ράπτη "Θεσσαλικό Ημερολόγιο", τόμος ΙΑ, Λάρισα 1987

 

Το δεύτερο είναι της Στάμως Γκουντρουμπή – Δήμου, που ανάμεσα σ΄ όλα τα παλικάρια θρηνεί και τον αδερφό της Νικόλαο:

Ήρθι Τιτράδη θλιβερή Τιτράδη πικραμένη

Οι Γιρμανοί μας κήκλουσαν τρονύρον σου χουριό μας

Μαζων΄ ν γυναίκις μι πιδιά μαζώνουν κι τους άντρις

Τα πυρουβόλια έστησαν σιμά απάν΄ στου Μέγα

Ρίχνουν την πρώτη τη ριπή σκουτώσαν του Βαγγέλη

Που ΄ταν λουλούδ΄ απ ΄τα βουνά μικρουαρραβουνιασμένους.

Η ώρα επλησίαζι κι επίρνι να βραδιάζει

Βάνουν τους νιους με τη σειρά, βάνουν και τους λεβέντις

Μπρουστά πααίν’ ο πρόιδρους, στη μέση ο αφέντης

Βγήκαν παρέκι απ’ του χουριό κι φτάνουν στον Μιλίσσι

Κι στήσαν τα πυροβούλα, σκοτούσαν τους λεβέντις

Μωρ’ Νικαλάκη μου!

 

πηγή: Συλλογή Απ.Ράπτη "Θεσσαλικό Ημερολόγιο", τόμος ΙΑ, Λάρισα 1987

 

Επίσης στο ίδιο γεγονός αναφέρεται και ένα χειρόγραφο ντοκουμέντο από τη συλλογή του αείμνηστου αντιστασιακού Γιάννη Μέγκου (ΠΙΝΔΟΣ 1943):

Χωριό μου Σαραντάπορο, χωριό μου ξακουσμένο

με τα κρυστάλλινα νερά και ήλιο φωτισμένο

Δεν ξέρω να τι έπαθες χωρίο μου αγαπημένο

στον ύπνο μου ονειρεύτηκα πως είσαι λυπημένο

Οι Γερμανοί μας έκαψαν όλο το χωριό μας

τα μάτια μας δεν δάκρυσαν μήτε για το βιό μας

Μα το κακό που πάθαμε παρηγοριά δεν έχει

δακρύζουνε τα μάτια μας σαν τη βροχή που βρέχει

Κλαίνε τα παληκάρια μας τα’ αδικοσκοτωμένα

τα μπρούμητα πέσανε και πνίγηκαν στο αίμα

κλαίνε μανούλες για παιδιά γυναίκες για τους άντρες

μα κλαίει κι όλο το χωριό για το αδίκημα αυτό.

Είπαν για μας

glqxz9283 sfy39587stf02 mnesdcuix8
sfy39587stf03
sfy39587p07