Είστε εδώ

Τουρκοκρατία

Δεν είναι γνωστό πότε ιδρύθηκε το χωριό Σαραντάπορο ή Γκλίκοβο, όπως ονομαζόταν τα χρόνια εκείνα. Αναφορές για την ύπαρξη του οικισμού έχουμε από τον 17ο αι., ενώ σε χάρτη του ISTITUTO GEOGRAFICO DE AGOSTINI της Ρώμης, του έτους 1903, σημειώνεται η θέση ενός μοναστηριού, ως πατριαρχικού μοναστηριού με την ονομασία Glikovon. Στον χάρτη αυτό σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα μοναστήρια που υπήρχαν στην ευρύτερη περιοχή και ανήκαν είτε στην Εξαρχεία των Βουλγάρων, είτε στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Κατά πάσα πιθανότητα η κατοίκηση του Σαρανταπόρου (Γκλίκοβον) ξεκινά με την ίδρυση του μοναστηριού της Παναγιάς (Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου), που τοποθετείται στα μέσα του 18ου αι. Ανήκε διοικητικά στο Βιλαέτι του Μοναστηρίου, στο Σαντζάκι των Σερβίων και στον Καζά της Ελασσόνας.

Γνωρίζουμε ότι κατά τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι κάτοικοι τραβήχτηκαν στα ορεινά για να είναι ασφαλείς, ένω έγιναν εκτεταμένες εγκαταστάσεις τουρκικών πληθυσμών, αλλά και μετακινήσεις Ηπειρωτών προς την περιοχή. Πολλές από τις σημερινές οικογένειες του χωριού ήρθαν από κοντινές περιοχές για να δουλέψουν ως κολλήγοι στο βακουφικό Μοναστήρι της Παναγιάς (σημειώνεται στη θέση Glikovon, 2χλμ. ΝΑ του σημερινού χωριού). Εκτός από τα βακουφικά κτήματα του μοναστηριού, οι κάτοικοι εργάζονται ως κολλήγοι στον Αγά, στρατιωτικό διοικητή που ήταν ορισμένος από την τουρκική διοίκηση, και στον τσιφλικά Μάντζαρη, μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα και την απελευθέρωση του χωριού το 1912. Σύμφωνα με μαρτυρίες ο Αγάς έφερε διάφορους φτωχούς από κοντινά μέρη, το Βακούφι έφερε συγγενείς και φίλους των μοναχών από κοντινά χωριά και ο Μάτζαρης έφερε γνωστούς του από την Λαβανίτσα (χωριό κοντά στην Καστανιά Σερβίων), για να καλλιεργήσουν τα κτήματα του. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922, έφυγε ο τελευταίος Τούρκος διοικητής του χωριού, ο Ομέρ Εφέντης, με το δικαίωμα να πουλήσει τα κτήματά του στους κολλήγους που είχε στη δούλεψή του.

Σύμφωνα με πληροφορίες του Σωτήρη Ντάλλα, πρώην γραμματέα του χωριού που ασχολήθηκε με το θέμα, αναφέρουμε τις περιοχές από τις οποίες ήρθαν οι διάφορες οικογένειες:

- Παλάσκας, Ράπτης, Λαγοθανάσης, Βαϊτσης, Παπαδημητρίου από τη Λαβανίτσα (σήμερα Λάβα κοντά στα Σέρβια Κοζάνης)

- Ράπτης από την Φούρκα Σαμαρίνας Κοζάνης

- Χατζής, Παπαδημητρίου από την Κοκκινοπλό και Δεσκάτη Γρεβενών

- Γκαλίτσιος από την Βουβάλα (σημερινή Άζωρος)

- Λιάκος από την Βούρμπα (σημερινή Μηλέα)

- Πάσχος από τα Κρανίδια Σερβίων

- Γκατζάρας, Γκουτζουρέλας, Πάσχος, Ντιουντιούμης από τη Μεταξά Σερβίων

- Κατσιανούνης, Ντάλλας από τη Σιάνη ( σημερινή Σισάνειο Κοζάνης)

- Γκουντρουμπής, Ντίγκας, Δήμος, Μήτσιος, Ζιάκας θεωρούνται ντόπιοι.

Οι πρώτες οικογένειες φαίνεται ότι εγκαταστάθηκαν 2 χλμ. περίπου ΒΔ του μοναστηριού της Παναγιάς, στη σημερινή ορεινή θέση του χωριού. Φαίνεται πως τα πρώτα σπίτια οικοδομήθηκαν στο υψηλότερο σημείο του χωριού, κοντά στο ναό του Αγίου Νικολάου, στη θέση που είναι γνωστή ως «Παλιόχωρα» ή «Παλιοχώραφο». Στον περίβολο του ναού υπήρχε το κοιμητήριο και το σκευοφυλάκιο του χωριού, που ήταν σε χρήση μέχρι την μεταφορά του το 1910 στη νέα σημερινή θέση.

Στην περιοχή αυτή δυτικά του Αγίου Νικολάου βρίσκεται ένας πολύ σημαντικός για την ιστορία του τόπου ναός, το «Παλιμανάστερο», αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, το Παλιμανάστερο προϋπήρχε της Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν το χωριό, έβαλαν φωτιά στο Παλιμανάστερο και τότε η Παναγία πήρε την εικόνα της για να την σώσει και ξέφυγε με ένα άλογο. Πριν την είσοδο του σημερινού νεκροταφείου το άλογο γλίστρησε στο βραχώδες έδαφος και έμεινε το αποτύπωμα από οπλή του πάνω στο βράχο, προστατευμένο σήμερα από ένα μικρό εικονοστάσι. Οι χωριανοί βρήκαν την εικόνα κρυμμένη μέσα στα πουρνάρια στη σημερινή θέση του Μοναστηριού, δίπλα στο ποτάμι Μουκριώτης, και ίδρυσαν εκεί μία νέα εκκλησία για να τιμήσουν τη Θεοτόκο και να προστατεύσουν την εικόνα της. Μέχρι σήμερα, όταν οι πιστοί κατεβαίνουν στο πανηγύρι του Μοναστηριού, περνάν από τη θέση που είναι το αποτύπωμα του αλόγου και ανάβουν κεριά στη μνήμη της Θεοτόκου.

Στο κέντρο, στην πλατεία του χωριού, βρισκόταν η Αγία Μαρίνα, ενώ, κεντρικά επίσης, στην περιοχή της Βρύσης του Αγά (στη θέση του περιπτέρου του μπάρμπα Μήτρου) βρισκόταν ο ονομαζόμενος Πύργος του Αγά, ένα μεγάλο πετρόκτιστο, τρίπατο σπίτι. Στο ισόγειο ήταν οι αποθήκες και οι στάβλοι των ζώων ενώ στον πρώτο όροφο κατοικούσαν το χειμώνα (χειμωνιάτικο) και στον δεύτερο το καλοκαίρι (καλοκαιρινός).

Η χωροταξική οργάνωση του χωριού δεν είναι σήμερα σαφής, φαίνεται όμως ότι υπήρχαν κέντρα ανάπτυξης οργανωμένα κατά τα μεσαιωνικά πρότυπα, γύρω από τις εκκλησίες και πλατώματα με βρύσες για κοινή χρήση από τους κατοίκους κοντά στις εκκλησίες, αλλά και στην περιφέρεια του οικισμού. Τα σπίτια του χωριού ήταν απλά ορθογώνια πετρόκτιστα κτίσματα με στέγη από πλάκες σχιστόλιθου, και είχαν δύο ορόφους. Στον κάτω όροφο ήταν οι αποθήκες και οι στάβλοι των ζώων και στον πάνω ζούσε η οικογένεια. Το δάπεδο του ισογείου ήταν από πατημένο χώμα και το μεσοπάτωμα του ορόφου από ξύλινα δοκάρια και επενδυμένες με σανίδες. Τα δωμάτια του ορόφου ήταν απλά με μεγάλα ορθογώνια παράθυρα και εσωτερικά ερμάρια ανοιγμένα στο πάχος των τοίχων. Στο ισόγεια τα ανοίγματα ήταν μικρότερα. Οι τοίχοι ήταν κατασκευασμένοι από σχιστόλιθο με ασβεστοκονίαμα και μικρότερες πέτρες ως συνδετικό υλικό και είχαν μεγάλο πάχος (περίπου 80 εκ.) για να στηρίξουν την βαρειά στέγη. Σύμφωνα με μαρτυρίες των παλαιοτέρων ως γωνιακούς λίθους των κτιρίων οι τεχνίτες χρησιμοποίησαν μεγάλους λαξευμένους λίθους, που πήραν από αρχαιότερα κτίσματα στη θέση «Παλαίκαστρο».

Στοιχεία για την ζωή του χωριού μετά το 1900

Ο Τούρκος Αγάς για να καλλιεργήσει τα κτήματα έφερνε φτωχούς από γειτονικά μέρη, τους έδινε ένα σπίτι που τους το έχτιζε ο ίδιος και μαζί με αυτό χωράφια για να δουλέψουν, ενώ ένα άλλο μέρος το καλλιεργούσε ο ίδιος βάζοντας εργάτες να το δουλέψουν. Από τα κτήματα που μοίραζε έπαιρνε σαν ενοίκιο το 1/3 της παραγωγής.Το ίδιο ίσχυε για το Βακούφι και το Μάτζαρη (περιοχή που βρίσκονταν τα κτήματά του Μάτζαρη διατήρησε έως σήμερα το όνομα του) Σ΄ αυτό πρέπει να προστεθεί και η Δεκάτη που έπαιρνε το τουρκικό κράτος, φόρος για την συντήρηση του στρατού, αφού Σέρβοι, Βούλγαροι και Έλληνες απειλούσαν το τεράστιο Οθωμανικό κράτος, καθώς και για την συντήρηση των κρατουμένων στις κοντινές φυλακές (στα σημερινά Σέρβια). Όταν έρχονταν ο καιρός του θερισμού ήταν υποχρεωμένοι να ζητήσουν άδεια από τον Αγά, ο οποίος έστελνε τους «σπαχήδες», επιστάτες, οι οποίοι πρόσεχαν να μην κρύψουν μέρος της παραγωγής, ενώ εισέπρατταν το ενοίκιο και το φόρο που αναφέραμε παραπάνω. Αφού θέριζαν φόρτωναν τα δεμάτια και τα μετέφεραν στο χωριό να τα αλωνίσουν έτσι ώστε να τους επιβλέπουν ευκολότερα. Μετά το αλώνισμα τον καρπό τον έκαναν «λαμνί» (σωρός σε ευθεία). Οι «σπαχήδες» περνούσαν και σφράγιζαν τον καρπό σε ξύλινο «γκραμπράνι» (είδος σφραγίδας) για να μην μπορούν να τον αφαιρέσουν. Αφού τελείωναν με το σφράγισμα, άρχιζαν να μαζεύουν το φόρο. Μαζί με το φόρο εισέπρατταν και πιθανά δανεικά που συνοδεύονταν από βαρύ τόκο. Έτσι, από την συνολική παραγωγή ο Αγάς έφτανε να τους παίρνει το μισό. Με το άλλο μισό που τους έμενε έπρεπε να περάσουν ένα ολόκληρο χρόνο, να φάνε, να κρατήσουν σπόρο, να πάνε στο μύλο, να κρατήσουν και ένα μέρος σαν είδος ανταλλαγής με άλλα προϊόντα. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η ζωή των κατοίκων ήταν πάρα πολύ δύσκολη.

Οι Γκλικοβνοί (μετέπειτα Σαρανταπορίτες) προσπαθούσαν να διαφυλάξουν τα ήθη και τα έθιμά τους, καθώς και τη θρησκευτική τους συνείδηση. Έχτιζαν εκκλησίες, ξωκκλήσια, για να δείξουν την πίστη τους στο Θεό, αλλά ταυτόχρονα και τη διαφορετικότητά τους. Αυτή η διαφορετικότητα τους ένωνε και καλλιεργούσε μέσα τους την ιδέα του ξεσηκωμού, της επανάστασης, της ελευθερίας. «Άμα φύγει ο Τούρκος Αγάς μ΄ ασημένιο χλιάρι θα φάμε» έλεγαν χαρακτηριστικά.

Και πράγματι από το 1911-12 άρχισαν να οπλίζονται και να οργανώνονται οι Έλληνες στην περιοχή της σημερινής Τσαριτσάνης. Την 5η Οκτωβρίου 1912 η Ελλάδα, η Σερβία και η Βουλγαρία, μετά το Μαυροβούνιο που είχε προηγηθεί από την 20η Σεπτεμβρίου 1912, κήρυξαν τον πόλεμο κατά της Τουρκίας και την 6η Οκτωβρίου απελευθερώθηκε η Ελασσόνα.

Είπαν για μας

glqxz9283 sfy39587stf02 mnesdcuix8
sfy39587stf03
sfy39587p07